Σάββατο 10 Μαΐου 2008

μανδραγόρας


Τα παγωμένα μάτια της, κοιτάζουν με απορία τον κόσμο. Δεν ξέρει αν θέλει να ζει σε αυτόν.
Την τρομάζει. Την πονάει τις περισσότερες φορές, την φοβίζει η μοναξιά.
όσοι άνθρωποι γύρω της , κανένας όμοιος, ίδιος με αυτήν, με την ίδια ματιά.
Που και που, νομίζει ότι κάποιος της μοιάζει, νομίζει ότι βρίσκει κάποιον της ίδιας "φυλής" με αυτήν, που έχει το ίδιο βλέμμα, τις ίδιες σκέψεις, τα ίδια συναισθήματα. Αλλά πάντα κάνει λάθος, πάντα πληγώνεται, απογοητεύεται, πάντα κάθε φορά μένει μόνη.

Έχει κουραστεί. Κάθεται στη σκιά ενός δέντρου και κλαίει. Δεν βρίσκει κανένα νόημα να συνεχίσει να προχωράει στο δάσος. Έχει αρχίσει κιόλας να σκοτεινιάζει. Που να πάει?
θέλει μια αγκαλιά να κλειστεί, αλλά κανείς δεν βρίσκεται κοντά της.
Όλοι θέλουν να την κλέψουν. Να πάρουν κάτι από αυτήν και μετά να την αφήσουν ξανά μόνη, στη σκιά του δέντρου, να περιμένει να ξημερώσει για να συνεχίσει την περιήγηση.

Τα χείλη της είναι κρύα, σκασμένα και πονάνε. Τα μάτια της είναι κόκκινα και τσούζουν.
Τα χέρια της βρώμικα, τα πόδια της κουρασμένα. Πεινάει και νυστάζει. Δεν μπορεί να κοιμηθεί μόνη της, φοβάται.

Αυτή πότε θα ξεκουραστεί?

Πότε θα την πάρει κάποιος αγκαλιά θα αποκοιμηθεί ήρεμη και προστατευμένη πιά? πότε θα βρει έναν άνθρωπο δικό της? όλον δικό της, καθόλου δικό του. Να είναι και οι δύο ένας, δικός της και δική του. Το κεφάλι της καίει, μπορεί να έχει πυρετό, το σώμα της τρέμει, η καρδιά της κρυώνει, η ψυχή της έχει χάσει τον δρόμο και δεν ξέρει πως να γυρίσει πίσω.

Τα χέρια της ψάχνουν στο σκοτάδι, δεν βρίσκουν τίποτα, και πάλι, από την άλλη, φοβούνται για το τι θα συναντήσουν. Η μύτη της είναι υγρή, τα μάγουλά της δροσερά και τα δάκρυά της, αυτά του πάγου.
Τα μαλλιά της, είναι βρώμικα από τις λάσπες και τα χόρτα εκεί που ξαπλώνει, τα ρούχα της είναι σκισμένα και λιγοστά. Το δέρμα της είναι άγριο και δαρμένο, με σημάδια και πληγές.
Τα νύχια της είναι φαγωμένα.

Και η καρδιά της είναι δίπλα της, έξω από το σώμα της, σε κομμάτια...

Είναι τραγική η φιγούρα της, κανείς δεν θέλει να την πλησιάσει. Όλοι την σιχαίνονται, την φοβούνται και την λυπούνται. Άλλοι την βρίζουν, άλλοι την κλωτσάνε, άλλοι της πετάνε ότι έχουν, φαγητό, νερό ή χρήματα. Που και που, της μιλούν κιόλας, αλλά αυτή δεν απαντά, δεν γνωρίζει την γλώσσα τους, δεν μπορεί να συννενοηθεί μαζί τους.

Δεν θέλει.

Δεν μπορεί να σηκωθεί, προσπαθεί αλλά δεν έχει κάπου να ακουμπήσει, από όπου και αν πιάνεται, αυτό σπάει. Τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να την κρατήσει.
Αναγκαστικά, πέφτει πάλι στο χώμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: