Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

σε κουτάκια


Πώς να χωρέσει μια ζωή σε κουτάκια?

Πώς πακετάρονται οι αναμνήσεις?

με γυαλιστερό χαρτί περιτυλίγματος, σαν αυτό που φτιάχνουμε τα δώρα, ή σε μεγάλες κούτες μπεζ χάρτινες ? δεν θα τσαλακωθούν απο την πίεση? δεν θα τις πονέσει η κολλητική ταινία? δεν θα τρομάξουν από το σκοτάδι και το κρύο μέσα στο κουτί ?


Έπρεπε να τα είχα δώσει όλα.


Έπρεπε να είχα χαρίσει σε εσένα τα πιο πολλά. δεν έπρεπε να είχα κρατήσει τόσα πολλά για μένα. τι να τα κάνω? αφού δικά σου είναι. και τι που τα χτίζαμε μαζί.. δεν έχει σημασία. όλες οι ζωγραφιές μου έπρεπε να είχαν χαριστεί σε αυτούς για τους οποίους ζωγραφίστηκαν. Όλα τα γραπτά μου, σε αυτούς για τους οποίους γράφτηκαν. Όλα μου τα ρούχα , σε αυτούς για τους οποίους τα φορούσα. Όλα μου τα cd σε αυτούς που σκεφτόμουν όταν τα άκουγα. Όλα τα βιβλία μου, στην θάλασσα που με ταξίδεψαν.


Και ότι περίσσευε δικό μου, να το πετούσα τώρα, να ελευθερωθώ. Να ξεχάσω, να γιατρέψω, να συμμαζέψω.


Σαν μια μαριονέτα, εκτελώ εντολές. Παίρνω από ένα σημείο και τοποθετώ σε άλλο. Λες και θα αλλάξει το νόημα. Το πολύ πολύ να μπερδευτεί το σκηνικό. Ακόμα περισσότερο δηλαδή, από ότι είναι.


Πράγματα ως παιδί, πράγματα ως έφηβη, πράγματα ως ενήλικη. Όλα μπερδεμένα, όλα ανακατεμένα.


Όλα σε κούτες.


Μία ολόκληρη ζωή.


Σε κούτες.


Τραγικό θέαμα.


Σαν μία μαύρη σακούλα με οστά, δίπλα σε έναν τάφο.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2007

μετακομίζω...

...όχι επειδή χωρίζω πάντως.
Χωρισμένη είμαι προ πολλού...
από κάθε είδους ουσιαστική σχέση, από κάθε σύνδεσμο με την πραγματικότητα και τώρα τελευταία, χωρίζω και από τα ονειρά μου. Είναι να μην πάρει φόρα κανείς. Μετά δεν σε σταματά τίποτα.

Πάω σε άλλο σπίτι. Εδώ κόντα, τόσο κοντά, που τα πραγματά μου θα τα μεταφέρω στις χούφτες. Όπως έχω μεταφέρει κατά καιρούς κομμάτια ζωής, κομμάτια καρδιάς, κομμάτια ψυχής. Στα χέρια μου... σε αυτά τα ίδια, τα οποία που και που, έχουν κρατήσει κάτι πολύτιμο.

Όπως μια άλλη ζωή, μια άλλη καρδιά , μια άλλη ψυχή. Σαν και την δική σου, την πληγωμένη. Την πιάνω όσο μπορώ πιό προσεχτικά, με λατρεία και σύνεση. Την καθαρίζω, την γυαλίζω, την ταίζω και την ποτίζω, της τραγουδάω και της χορεύω να την κρατάω χαρούμενη. Όσο μπορώ. Όσο μου επιτρέπεις εσύ, όσο αφηνομαι και εγώ. Γιατί φοβάμαι λίγο ξέρεις, μην νομίσει οτι είμαι καμιά χούφτα σταθερή, πραγματική, ουσιαστική. Γιατί στο λέω , δεν είμαι. Εικονική είμαι, καθρέφτης των ονείρων σου είμαι. Διάλλειμα στην μονοτονία σου είμαι, κοχυλάκι στην αμμουδιά σου. Αυτήν την ξανθή και την ζεστή. Την πανέμορφη και την απέραντη. Σαν αυτές που είχα επιθυμήσει, και είχα παρακαλέσει να ξαναξαπλώσω επάνω κάποτε.

Πόσο θα ήθελα να μου ανήκει η παραλία σου... Να χαϊδεύω την άμμο, δίχως τύψεις. Και η σκιά των δέντρων σου, να είναι μόνο για μένα. Άπληστο ον ο άνθρωπος. Και για του λόγου το αληθές... δυστυχισμένο.


Ζωγραφιά ALEX KATZ
(από το εξώφυλλο του μαύρου μυθιστορήματος του Manchette, "Mοιραία")