Τρίτη 15 Απριλίου 2008

ξινή φράουλα


Η τελευταία γεύση που μου θυμίζει έρωτα.
Σου μένει αυτή η γεύση.
Μετά από αυτήν, όλα μοιάζουν διαφορετικά.
Το κρασί, το νερό, η επιθυμία, η επιλογή, η απόφαση.
Ξινίλα.
Αλμύρα.
Σαν να πάλιωσε το νερό της θάλασσας.
Σαν να μην φεύγει από πάνω σου η μυρωδιά παλιού καλοκαιριού.
Σαν ξεχασμένη φωτογραφία στην άμμο.
Σαν κουφάρι σε αποσύνθεση.
Χοντρός στο πλάϊ, ο κύκλος μιας σχέσης.
Μιά μισή ελλειπτική τροχιά.
Σαν άλυτα μάγια.
Σαν ατελείωτος στίχος.

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

κλόουν


Μπλεγμέμη μεταξύ δύο εννοιών. Χαμένη μέσα σε δύο ηλικίες. Παιδί και γυναίκα. Γυναίκα που θέλει, επιθυμεί, αναζητά και παιδί που παίζει, ανακαλύπτει και τρομάζει. Σαν τραγούδι με μουσική νανουρίσματος και με στίχο ενήλικα. Σαν το αγαπημένο μου τραγούδι. Τραγουδάει ο Yorke και εγώ αισθάνομαι σαν μικρό παιδί μεγαλωμένο απότομα που φοράει ρούχα για γυναίκες. Ανάμικτα συναισθήματα. Χαρά και φόβος μαζί. Ανυπομονησία και ταυτόχρονα απελπισία. Σαν να βλέπω την δυστυχία σε ότι όμορφο και αν υπάρχει. Και όμορφα πράγματα υπάρχουν παντού. Αλλά την ίδια στιγμή, κρύβουν μέσα τους τόσο πόνο και ασχήμια που σιχαίνονται και τα ίδια ακόμα να ομολογήσουν. Φόβος. Τρόμος. Σαν τους εφιάλτες που βλέπαμε ως παιδιά. Ότι πέφτουμε από το υπόγειο ή ότι χάνουμε στο πλήθος καταλάθος το χέρι του μπαμπά ή της μαμάς.

Σήμερα πέρασε η Γωγούλα από το σπίτι. Όταν την γνώρισα ήταν η θεία μου. Και το πρωί όταν την είδα, η θεία μου ήταν ξανά. Εγω όμως δεν ήμουν η ίδια το πρωί, με το κοριτσάκι που γνώρισε αυτή, πρίν κάποια χρόνια. Έχω άλλο ύψος, άλλα μαλλιά, άλλα κιλά, άλλο σώμα, άλλο μυαλό. Έχω όμως τις ίδιες ελπίδες και τα ίδια όνειρα. Έχω τις ίδιες αυταπάτες ότι θα ξυπνήσω και ότι όλα θα είναι στην θέση τους, όπως τα θέλω και όπως θα πρέπει να ήταν.

Τυχεροί λέει είναι αυτοί που μπορούν να καλλιεργήσουν τα χαρίσματά τους. Δεν γνωρίζω όμως κανέναν που να γλυτώνει από τα στοιχειά του μπογιατίζοντας τον καμβά ή γράφοντας δυο λέξεις. Εκεί μένουν πάντα. Παραμένουν. Σαν τους παιδικούς εφιάλτες. Σαν τη μουσική που ότι σου χαρίζει , στο παίρνει δεκαπλάσιο την ίδια στιγμή. Στιγμαία ανακούφιση. Σαν οργασμός, εξού και ο ορισμός του ως στιγμιαίος θάνατος.

Όταν στέκεσαι πλέον γυμνός μπροστά στους φόβους και στην αλήθεια σου, ούτε τα παιδικά αλλά ούτε και τα ρούχα των μεγάλων σου ταιριάζουν. Φοράς ένα μικρό από δω, ένα μεγάλο από κει και στέκεις σαν σκιάχτρο, σαν κλόουν, παγιδευμένος στην ίδια σου την αδυναμία, στην ίδια σου την ιδιαιτερότητα, που ενώ όλοι μας την ψάχνουμε, την έχουμε από την ώρα της γέννας. Σαν σκιά. Σαν ρούχο. Άλλωτε φθηνό, άλλωτε ακριβό, αλλά απαραίτητο έτσι ώστε να μας προσδιορίζει. Το νόημα δεν βρίσκω βέβαια σε αυτόν τον προσδιορισμό , από την στιγμή που έχει χαθεί ο προσανατολισμός. Αυτό που έχουμε να κερδίσουμε , που είναι ακριβώς? και ποιός ορίζει την αξία του? γιατί να είναι πολύτιμο το ίδιο, για όλους μας?


Oh Mother, I can feel the soil falling over my head
And as I climb into an empty bed
Oh well. Enough said.
I know it's over - still I cling
I don't know where else I can go
Oh ...Oh Mother, I can feel the soil falling over my head
See, the sea wants to take me
The knife wants to slit me
Do you think you can help me ?


(The Smiths - I know it's over)