Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2007

μετακομίζω...

...όχι επειδή χωρίζω πάντως.
Χωρισμένη είμαι προ πολλού...
από κάθε είδους ουσιαστική σχέση, από κάθε σύνδεσμο με την πραγματικότητα και τώρα τελευταία, χωρίζω και από τα ονειρά μου. Είναι να μην πάρει φόρα κανείς. Μετά δεν σε σταματά τίποτα.

Πάω σε άλλο σπίτι. Εδώ κόντα, τόσο κοντά, που τα πραγματά μου θα τα μεταφέρω στις χούφτες. Όπως έχω μεταφέρει κατά καιρούς κομμάτια ζωής, κομμάτια καρδιάς, κομμάτια ψυχής. Στα χέρια μου... σε αυτά τα ίδια, τα οποία που και που, έχουν κρατήσει κάτι πολύτιμο.

Όπως μια άλλη ζωή, μια άλλη καρδιά , μια άλλη ψυχή. Σαν και την δική σου, την πληγωμένη. Την πιάνω όσο μπορώ πιό προσεχτικά, με λατρεία και σύνεση. Την καθαρίζω, την γυαλίζω, την ταίζω και την ποτίζω, της τραγουδάω και της χορεύω να την κρατάω χαρούμενη. Όσο μπορώ. Όσο μου επιτρέπεις εσύ, όσο αφηνομαι και εγώ. Γιατί φοβάμαι λίγο ξέρεις, μην νομίσει οτι είμαι καμιά χούφτα σταθερή, πραγματική, ουσιαστική. Γιατί στο λέω , δεν είμαι. Εικονική είμαι, καθρέφτης των ονείρων σου είμαι. Διάλλειμα στην μονοτονία σου είμαι, κοχυλάκι στην αμμουδιά σου. Αυτήν την ξανθή και την ζεστή. Την πανέμορφη και την απέραντη. Σαν αυτές που είχα επιθυμήσει, και είχα παρακαλέσει να ξαναξαπλώσω επάνω κάποτε.

Πόσο θα ήθελα να μου ανήκει η παραλία σου... Να χαϊδεύω την άμμο, δίχως τύψεις. Και η σκιά των δέντρων σου, να είναι μόνο για μένα. Άπληστο ον ο άνθρωπος. Και για του λόγου το αληθές... δυστυχισμένο.


Ζωγραφιά ALEX KATZ
(από το εξώφυλλο του μαύρου μυθιστορήματος του Manchette, "Mοιραία")

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2007

το βρήκα χθες το βράδυ σε ένα συρτάρι.

Στις σκιές που σε περιτριγυρίζουν, πλέον μιλάς άνετα. Τις έχει συνηθίσει που περπατούν δίπλα σου, που μπαίνουν μέσα σου, που έρχονται στα ονειρά σου. Τις έχεις ονομάσει και τις καλείς με αυτά. Η εποχή που τις φοβόσουν έχει περάσει. Τώρα είναι κομμάτι σου, δικό σου και μόνο. Μερικές φορές γίνονται το κατάφυγιό σου. Σκοτεινό και κρύο μεν, γνώριμο δε. Τόσο οικείο και αναγκαίο, που σαν κάνει το φως να τρυπώσει, τραβάς ακόμα πιο πολύ τις κουρτίνες.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007

Κάλυψη

Λευκό σεντόνι κρέμεται από την κορυφή του κεφαλιού μου και εγω τρέχω πάνω του όπως οι σκέψεις τρέχουν μέσα στο μυαλό μου. Το τυλιγμένο με το τσιρότο δαχτυλό μου πονάει λίγο καθώς πατάω τα πλήκτρα. Το ταλαιπωρώ και αυτό... τι φταίει που έχω πάλι αυπνίες και νιώθω την ανάγκη να γράψω? Α.. τέλεια... τώρα σκίστηκε και η τιράντα από το μπλουζοφορεμοπιτζαμέ πράγμα που φοράω... μιά ομορφιά! μια μοναξιά... πωπω γκρίνια που με εχει πιάσει... κάτι σκέφτομαι, κάτι θέλω, κάτι περιμένω, κάτι χάνω, κάτι έχασα βασικά, κάτι μου λείπει. Σαφέστατη ανάγκη έτσι? σαν την εγκυμονούσα που έχει κέφια και τις "μυρίζουν" διάφορα. Εμένα μου "μυρίζεις" εσύ. Αυτή η γλυκόπικρη γεύση σου, το ψιλό ξινό αρωμά σου, ο ιδρώτας του κορμιού σου. Αφού ξέρω ότι δεν σε έχω ανάγκη , γιατί σε ψάχνω? Τι έχω κάνει στο μυαλό μου και με τιμωρεί με αυτόν τον τρόπο? γιατι δεν με αφήνει στην ελευθερία μου? Ο καπνός από το τσιγάρο μου έχει διαφορετική γεύση από άλλες φορές. Δεν κάνει την δουλειά του. Χάλασε, σαν και εμένα. Τι γλυκά βασανιστικό και πόσο αφόρητα ελκυστικό που είναι, να ψάχνεις για κάτι που ούτε και εσύ ο ίδιος δεν ξέρεις. Δεν μπορώ να αναγνωρίσω τα συναισθήματα μου, δεν μπορώ να εκφράσω την απέχθεια για την ίδια μου την ανησυχία. Είμαι κλεισμένη στο γεμάτο στάχτες μου βασίλειο. Το στέμμα μου είναι γκρι. Δεν γυαλίζει εδώ και χρόνια. Τα πετράδια του είναι γεμισμένα με παραισθήσεις. Και η πιό μεγάλη από όλες, είσαι εσύ. Τα ξόρκια που κάνω δεν πιάνουν. Θα πάρω το σεντόνι και θα καλύψω το προσωπό σου. Αφού ακόμα δεν θέλω να σε σκοτώσω, έτσι τουλάχιστον δεν θα σε βλέπω.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

Εσύ

Μου έχεις λείψει. Μου έλειψες. Μου λείπεις. Θα μου λείψεις.. ακόμα πιο πολύ... Αχάριστε. Εγω σου χαρίζω τόσες σκέψεις και εσύ ούτε μία. Μου σπας τα νεύρα. Σε μισώ. Θέλω να σε δω. Να σε αγγίξω, να σε φιλήσω, να σε νιώσω δίπλα μου. Δεν θέλω να μιλήσεις, θα με τσαντίσεις... εξάλλου δεν έχεις τίποτα να μου πεις. Δεν με ενδιαφέρει να σε ακούω. Να σε αγκαλιάζω θέλω, να σε μυρίζω. Να είσαι δίπλα μου απλά. Να νιώθω τα χέρια σου επάνω μου. Την ανάσα σου στην μούρη μου και τα μάτια σου επάνω μου. Τα χέρια σου στα πόδια μου και το κεφάλι σου στο στήθος μου.
Μίλα μου... Είπα ψέματα. Όλα σου τα θέλω. Σε αγαπάω.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007

Πληγή

Σκέψου ότι έχεις ένα χτύπημα στο χέρι π.χ. μια πληγή που σε τρώει. Έχει κάνει κόρα από πάνω και προσπαθεί να ψηθεί, να γιάνει. Πας τώρα εσύ και την ξύνεις... με όλη σου την δύναμη κιόλας. Γιατί σε τρώει, γιατί βαριέσαι και δεν ξέρεις τι να κάνεις ή γιατί ξυπνάει ο μαζοχισμός μέσα σου. Άουτς! πονάει ρε γαμώτο... Να, μάτωσε πάλι... και μετά ζητάς και τα ρέστα... λες και φταίει η πληγή που πονάει και όχι εσύ που την έξυσες...

Imitation of life

Δύο εραστές. Μια γυναίκα και ένας άντρας σε γνώριμο σε εκείνον χώρο και άγνωστο σε εκείνη. Χέρια που αισθάνονται, χείλη που σμίγουν, καρδιές που χτυπούν. Ρούχα που πέφτουν στο πάτωμα, κορμιά που ενώνονται, ανάσες που κόβονται. Αισθήσεις που αφυπνίζονται και ηδονή που απελευθερώνεται. Η ερωτική πράξη σαν ταινία μικρού μήκους. Μιά αναπάρασταση της ζωής, από την αρχή έως το τέλος. Ένα θεατρικό με δυο πρωταγωνιστές και την ελπίδα θεατή. Τα λεφτά μας πίσω... Το σενάριο γνώριμο και το τέλος προβλέψιμο.

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007

No Surprises

Λακούβες. Άλλες μικρές , άλλες μεγάλες. Λοφάκια, πεδιάδες, ένα δύο λουλούδια, ένα δέντρο, δύο βουνά και μια μεγάλη τρύπα. Χωρίς βυθό. Σκοτάδι πυκνό, τρομακτικό, ατελείωτο.
Ένα δωμάτιο. Σκοτεινό και υγρό. Μυρωδιά από μούχλα.Τοίχοι από πέτρα και δυο τρεις ζωγραφιές επάνω τους, συμμετρικά βαλμένες στην περίφερειά τους. Στην μέση του δωματίου, ένα μεγάλο στρογγυλό ξύλινο τραπέζι. Φαίνεται παλιό, είναι γυμνό, χωρίς τραπεζομάντιλο. Στο κέντρο του, ένα μεγάλο λευκό κερί, με την φλόγα του να τρεμοπαίζει σε κάθε ανάσα, σε κάθε ελπίδα, σε κάθε εισβολή. Γύρω γύρω απλωμένα χαρτιά, άλλα γεμάτα αράδες, άλλα μισογραμμένα, άλλα λευκά με την προσμονή στο χρώμα τους. Ένα δύο πενάκια βρίσκονται παραδίπλα. Μιά καρέκλα, με ένα μωβ σκισμένο βελούδινο μαξιλάρι στην πλάτη της λίγο πιό δίπλα, ένας καθρέφτης με σιδερένιο καδρόνι, ραγισμένος σε δύο από τς άκρες του. Και μεσα του, η μορφή μιας ψυχής εγκλωβισμένης. Της δικής μου.

Σύμπαν 1.

Μου έχουν λείψει τα μάτια σου. Αυτά που είχαν την μωβ σκιά απο κάτω. Αυτά, που το ένα είναι πιό μικρό από το άλλο.
-Πόσο με αγαπάς?
-Όσο όλο το σύμπαν. Εσύ?
- Εγώ σύμπαν 1!
Μου λείπεις ως ιδέα, όπως θα ήθελα να είσαι. Δεν σε θυμάμαι ρε γαμώτο πιά καλά. Εχω ξεχάσει την μυρωδιά σου. Θυμάμαι όμως κάτι... όταν κοιμόμουν πάνω στον ώμο σου, δεν έβλεπα εφιάλτες...

το μαξιλάρι

Ένα μαξιλάρι. Λευκό με μικρούς ροζ ρόμβους ενδιάμεσα και κάτι τριανταφυλλάκια από μωβ και πράσινο, εδώ και εκεί. Έχει πάνω του στάχτη από το τσιγάρο μου, μαύρα ίχνη από το μολύβι των ματιών μου, μια τρίχα μου, λίγο σάλιο γιατί κοιμάμαι με το στόμα ανοιχτό προφανώς, δάκρυα και κάτι ονειρά μου. Το μαξιλάρι μου, ξέρει πιο πολλά για μένα, από ότι θα μάθεις εσύ ποτέ...

στραπατσαρισμένος έρωτας

Τι είναι αυτο?
Χμ... πώς να το εξηγήσω...
Πως είναι όταν έχεις μόλις ξυπνήσει και πας να βγείς από το δωμάτιο και μπαμ! - πέφτεις πάνω στην πόρτα? γιατι δεν βλέπεις μπροστά σου?
Ε... κάπως έτσι.. εκέι που δεν το περιμένεις, μπαμ, πέφτεις πάνω σε έναν άνθρωπο και ξαφνικά, πιάνεις τον εαυτό σου να τον σκεπάζεις την νύχτα να μην κρυώσει. Να βάζεις με προσοχή το χέρι σου ανάμεσα στο δικό του, όταν κοιμάται, για να μπορέσεις να κοιμηθείς.